2.500 λέξεις, «περίπου δέκα φορές» και τόσες λεπτομέρειες: Μπορεί ένα θύμα σεξουαλικής βίας να θυμάται με τόση ακρίβεια;
Τι
πραγματικά γνωρίζουμε επιστημονικά για την τραυματική μνήμη και γιατί
ούτε η λεπτομέρεια ούτε η αποσπασματικότητα μπορούν από μόνες τους να
αποδείξουν αλήθεια ή ψεύδος
Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή την ανώνυμη καταγγελία για
επαναλαμβανόμενη σεξουαλική βία που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο και πήρε
μεγάλη έκταση στα μέσα ενημέρωσης και στα social media, έχω λάβει αρκετά
μηνύματα με σχεδόν την ίδια απορία:
«Μπορεί πράγματι ένα άτομο που έχει υποστεί επανειλημμένη
σεξουαλική βία να γράψει ένα κείμενο 2.500 λέξεων, με τόσες
λεπτομέρειες, χρονικές αναφορές και αριθμημένες επαναλήψεις των
περιστατικών;»
Σε κάποιες περιπτώσεις το ερώτημα τίθεται ακόμη πιο απόλυτα:
«Αν ήταν πραγματικά τραυματισμένη, πώς γίνεται να τα θυμάται
όλα τόσο καλά;»
Είναι ένα εύλογο ερώτημα για κάποιον που δεν έχει ασχοληθεί με τη
λειτουργία της μνήμης και του ψυχικού τραύματος. Δεν αποτελεί όμως από
μόνο του επιστημονικό επιχείρημα εναντίον μιας καταγγελίας.
Και επειδή βλέπω ότι η ίδια απορία επανέρχεται ξανά και ξανά, θεωρώ
χρήσιμο να απαντήσουμε με όσα πραγματικά γνωρίζει σήμερα η επιστήμη —
χωρίς να αποφασίσουμε μέσω ενός άρθρου εάν η συγκεκριμένη καταγγελία
είναι αληθής ή ψευδής.
Αυτό είναι δουλειά της διερεύνησης και, εφόσον η υπόθεση φτάσει εκεί,
της Δικαιοσύνης.
Μια πρώτη σημαντική
διευκρίνιση
Στη δημόσια συζήτηση βλέπω ήδη να επαναλαμβάνεται η φράση «10 φορές
σε 3 χρόνια» σαν να πρόκειται για μαθηματική καταγραφή.
Στο κείμενο της καταγγελίας, όπως αυτό έχει αναπαραχθεί δημόσια,
γίνεται λόγος για «περίπου δέκα φορές», όχι για έναν
αριθμό που παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα ακριβούς ημερολογιακής
καταμέτρησης.
Η λέξη «περίπου» έχει σημασία.
Άλλο είναι να λέει κάποιος «θυμάμαι με μαθηματική ακρίβεια ότι συνέβη
δέκα φορές» και άλλο «υπολογίζω ότι συνέβη περίπου δέκα φορές».
Η δεύτερη διατύπωση δεν είναι ασύμβατη με όσα γνωρίζουμε για τη μνήμη
επαναλαμβανόμενων γεγονότων. Η σχετική έρευνα δείχνει ότι οι άνθρωποι
μπορεί να θυμούνται επαρκώς το γενικό μοτίβο μιας σειράς
επαναλαμβανόμενων εμπειριών, ενώ ταυτόχρονα να δυσκολεύονται περισσότερο
να αποδώσουν μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια στο ακριβές επεισόδιο στο
οποίο αυτή ανήκε (Dilevski et al., 2021).
Η τραυματική
μνήμη δεν έχει μία και μοναδική μορφή
Ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους γύρω από το τραύμα είναι ότι
ένας πραγματικά τραυματισμένος άνθρωπος πρέπει να
θυμάται αποσπασματικά.
Να μην μπορεί να βάλει τα γεγονότα σε σειρά.
Να μπερδεύει ημερομηνίες.
Να δυσκολεύεται να μιλήσει.
Να αφήνει κενά.
Όλα αυτά μπορούν πράγματι να συμβούν. Δεν αποτελούν,
όμως, υποχρεωτικό αποτύπωμα κάθε τραυματικής εμπειρίας.
Η επιστημονική συζήτηση για τη συνοχή και τον κατακερματισμό της
τραυματικής μνήμης είναι πιο σύνθετη από το απλό δίπολο «τραύμα =
κατακερματισμένη μνήμη». Ο Brewin (2016), εξετάζοντας τη σχετική
αντιπαράθεση, επισήμανε ότι τα ευρήματα μεταβάλλονται ανάλογα με τον
τρόπο με τον οποίο προκαλείται και αξιολογείται η αφήγηση: η
αποδιοργάνωση μπορεί να είναι περισσότερο εμφανής όταν εξετάζονται
λεπτομερώς συγκεκριμένα, ιδιαίτερα επώδυνα τμήματα μιας τραυματικής
εμπειρίας και λιγότερο εμφανής όταν αξιολογείται συνολικά μια
αφήγηση.
Μια νεότερη μετα-ανάλυση βρήκε πράγματι θετική συσχέτιση μεταξύ PTSD
και ασυνοχής/αποδιοργάνωσης της τραυματικής μνήμης, υπογραμμίζοντας όμως
παράλληλα ότι το μέγεθος του ευρήματος επηρεάζεται σημαντικά από
τον τρόπο μέτρησης της συνοχής ή της αποδιοργάνωσης
(Brewin & Field, 2024).
Παράλληλα, άλλοι ερευνητές έχουν αμφισβητήσει ευρύτερες ή
υπεραπλουστευμένες εκδοχές της άποψης ότι οι αναμνήσεις σεξουαλικού
τραύματος είναι εγγενώς και υποχρεωτικά κατακερματισμένες (McNally,
2022). Η ίδια η επιστημονική αντιπαράθεση έχει παρουσιαστεί δημόσια από
ερευνητές με διαφορετικές θεωρητικές θέσεις, ακριβώς επειδή δεν
πρόκειται για ένα ζήτημα που επιτρέπεται να συμπυκνωθεί στη φράση «το
τραύμα πάντα διαλύει τη μνήμη» (McNally et al., 2022).
Άρα, ακόμη και εάν η αποδιοργάνωση ή η ασυνοχή μπορεί να συνδέονται
με PTSD σε ορισμένους ανθρώπους και υπό ορισμένες συνθήκες, δεν
προκύπτει ότι κάθε άτομο που έχει βιώσει τραύμα πρέπει να παράγει μια
συνολικά χαοτική, σύντομη ή αποσπασματική αφήγηση.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Το
PTSD δεν δημιουργεί «φωτογραφική μνήμη» — αλλά ούτε συνεπάγεται ότι η
μνήμη είναι κατ’ ανάγκη ανακριβής
Μια ανασκόπηση 11 μελετών που εξέτασε ειδικά την ακρίβεια της
τραυματικής μνήμης σε άτομα με PTSD κατέληξε ότι, παρά τις ασυνέπειες
μεταξύ των μελετών, οι περισσότερες δεν έδειξαν ότι η τραυματική μνήμη
των ατόμων με PTSD ήταν συνολικά λιγότερο ακριβής από εκείνη ατόμων
χωρίς PTSD. Οι συγγραφείς εντόπισαν, πάντως, διαφορές στον τρόπο με τον
οποίο οι αναμνήσεις μπορεί να μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου
(Mattsson et al., 2021).
Αυτό δεν σημαίνει ότι το τραύμα δημιουργεί
φωτογραφική ή αλάνθαστη μνήμη.
Σημαίνει κάτι πολύ πιο περιορισμένο και επιστημονικά ασφαλές:
Δεν υπάρχει κανόνας σύμφωνα με τον οποίο «εάν θυμάσαι πολλές
λεπτομέρειες, δεν μπορεί να έχεις τραυματιστεί».
Και αντίστροφα, το να έχει κάποιος κενά ή ασυνέπειες δεν αποτελεί από
μόνο του απόδειξη ότι έχει υποστεί τραύμα.
Μνήμη και αφήγηση
δεν είναι το ίδιο πράγμα
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο στην παρούσα συζήτηση.
Το κείμενο που διαβάζουμε σήμερα στο διαδίκτυο δεν γράφτηκε
την ώρα που φέρεται να συνέβαινε κάθε περιστατικό.
Γράφτηκε μεταγενέστερα.
Και αυτό έχει τεράστια σημασία.
Άλλο πράγμα είναι η μνήμη μιας εμπειρίας και άλλο η αφήγηση
που δημιουργούμε αργότερα για αυτήν.
Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει επιστρέψει νοητικά σε ένα γεγονός πολλές
φορές. Μπορεί να έχει προσπαθήσει να καταλάβει τι συνέβη. Μπορεί να το
έχει συζητήσει. Μπορεί να έχει ξαναδιαβάσει παλιά μηνύματα ή να έχει
συσχετίσει τα γεγονότα με άλλους χρονικούς σταθμούς της ζωής του.
Στη βιβλιογραφία για τα επαναλαμβανόμενα γεγονότα, παράγοντες όπως η
επανάληψη της ανάκλησης, ο αριθμός των επεισοδίων, η διακριτότητα ενός
συγκεκριμένου περιστατικού και η επανεπεξεργασία της εμπειρίας έχουν
πράγματι αναγνωριστεί ως παράγοντες που μπορούν να επηρεάζουν τη
μεταγενέστερη ανάκληση (Dilevski et al., 2021).
Επομένως, το γεγονός ότι κάποιος μπορεί σήμερα να γράψει:
«Πρώτα έγινε αυτό, μετά συνέβη εκείνο και στη συνέχεια άρχισα να
αντιλαμβάνομαι ένα μοτίβο»
δεν σημαίνει ότι είχε οργανώσει τα γεγονότα με αυτήν ακριβώς τη μορφή
τη στιγμή που τα βίωνε.
Η οργανωμένη μεταγενέστερη αφήγηση δεν συνεπάγεται ότι και η
αρχική εμπειρία βιώθηκε ή κωδικοποιήθηκε ως ένα εξίσου οργανωμένο
“σενάριο”.
Τι συμβαίνει όταν
ένα γεγονός επαναλαμβάνεται;
Εδώ η επιστήμη γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Υπάρχει ειδικό πεδίο έρευνας για τη λεγόμενη repeated-event
memory, δηλαδή τη μνήμη γεγονότων που συμβαίνουν επανειλημμένα
και έχουν κοινά χαρακτηριστικά.
Αυτό έχει άμεσο ενδιαφέρον για περιπτώσεις επαναλαμβανόμενης
θυματοποίησης, όπως η ενδοοικογενειακή βία, ο εξαναγκαστικός έλεγχος, το
bullying και η σεξουαλική παρενόχληση (Dilevski et al., 2021).
Σε ανασκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας, οι Dilevski και συνεργάτες
(2021) διαχώρισαν δύο ιδιαίτερα χρήσιμες έννοιες.
Τη narrow accuracy: την ακρίβεια με την οποία
κάποιος μπορεί να αποδώσει μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια στο σωστό,
μεμονωμένο επεισόδιο.
Και τη broad accuracy: τη δυνατότητα να θυμάται
πληροφορίες που αφορούν συνολικά τη σειρά των επαναλαμβανόμενων
γεγονότων.
Η ανασκόπηση 12 σχετικών μελετών έδειξε ότι οι ενήλικες μπορεί να
δυσκολεύονται να ανακαλέσουν πληροφορίες που είναι αποκλειστικά
συνδεδεμένες με ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, αλλά μπορούν ταυτόχρονα να
θυμούνται πληροφορίες που αφορούν ευρύτερα πολλαπλά επεισόδια (Dilevski
et al., 2021).
Με απλά λόγια:
Ένας άνθρωπος μπορεί να θυμάται ότι μια συμπεριφορά συνέβαινε
επανειλημμένα.
Μπορεί να θυμάται ορισμένα συγκεκριμένα περιστατικά πολύ καθαρά.
Μπορεί να θυμάται ένα επεισόδιο επειδή είχε κάτι ιδιαίτερο ή
διαφορετικό.
Και παράλληλα να μην μπορεί να ξεχωρίσει με απόλυτη βεβαιότητα εάν
μια επιμέρους λεπτομέρεια ανήκει στο πέμπτο ή στο έκτο περιστατικό.
Αυτό δεν είναι θεωρητικό μόνο.
Σε προεγγεγραμμένη πειραματική μελέτη με 80 ενήλικες γυναίκες, οι
συμμετέχουσες φαντάστηκαν τέσσερα επαναλαμβανόμενα περιστατικά μέσα σε
μια σχέση, είτε στρεσογόνου/κακοποιητικού είτε μη στρεσογόνου χαρακτήρα.
Μία εβδομάδα αργότερα, η μνήμη ήταν ακριβέστερη για το τελευταίο
περιστατικό σε σχέση με τα προηγούμενα — ένα recency
effect που εμφανίστηκε ανεξάρτητα από το αν το σενάριο ήταν
στρεσογόνο ή όχι (Dilevski et al., 2022).
Εδώ χρειάζεται μία σημαντική επιστημονική επιφύλαξη: πρόκειται για
πειραματικό αναλογικό μοντέλο και όχι για μελέτη
πραγματικών θυμάτων βιασμού. Επομένως δεν επιτρέπεται να μεταφέρουμε
μηχανιστικά τα αποτελέσματά του σε κάθε πραγματική υπόθεση. Μας δείχνει
όμως ότι ακόμη και στη μνήμη επαναλαμβανόμενων περιστατικών η ανάκληση
δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλα τα επεισόδια.
«Και πώς
μπορεί να ξέρει ότι ήταν περίπου δέκα φορές;»
Για τον ίδιο λόγο που μπορεί κάποιος να γνωρίζει:
«Εργάστηκα σε εκείνη την εταιρεία περίπου τρία χρόνια»
χωρίς να θυμάται κάθε εργάσιμη ημέρα.
Ή:
«Πήγα περίπου δέκα φορές σε εκείνο το μέρος»
χωρίς να μπορεί να δώσει την ημερομηνία κάθε επίσκεψης.
Η έρευνα για τα επαναλαμβανόμενα γεγονότα δείχνει ακριβώς ότι μπορεί
να υπάρχει καλύτερη μνήμη για το ευρύτερο μοτίβο από
ό,τι για την ακριβή σύνδεση κάθε επιμέρους λεπτομέρειας με ένα
συγκεκριμένο επεισόδιο (Dilevski et al., 2021).
Επομένως, μια κατά προσέγγιση εκτίμηση της συχνότητας —όπως το
«περίπου δέκα φορές»— δεν απαιτεί τέλεια επεισοδιακή μνήμη κάθε
μεμονωμένου περιστατικού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αριθμητική εκτίμηση είναι υποχρεωτικά
ακριβής.
Σημαίνει ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας εκτίμησης δεν αποτελεί από
μόνη της επιστημονικά ύποπτο χαρακτηριστικό.
Και, φυσικά, δεν αποτελεί και απόδειξη ότι τα περιστατικά
συνέβησαν.
Οι 2.500 λέξεις αποδεικνύουν
κάτι;
Όχι.
Ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση.
Το ότι μια αφήγηση είναι μεγάλη, λεπτομερής και καλά δομημένη
δεν την καθιστά αυτομάτως αληθινή.
Αλλά ούτε την καθιστά αυτομάτως ψευδή.
Στη δικαστική και εγκληματολογική ψυχολογία υπάρχουν πράγματι
δομημένες μέθοδοι ανάλυσης λεκτικού περιεχομένου. Ένα από τα γνωστότερα
εργαλεία είναι το Criteria-Based Content Analysis
(CBCA), το οποίο αποτελεί τμήμα της ευρύτερης διαδικασίας
Statement Validity Assessment (SVA) (Hauch et al.,
2017).
Αυτό, όμως, απέχει πάρα πολύ από το να διαβάσει κάποιος ένα post στο
διαδίκτυο και να αποφανθεί:
«Έχει πολλές λεπτομέρειες, άρα λέει αλήθεια»
ή
«Έχει υπερβολικά πολλές λεπτομέρειες, άρα λέει ψέματα».
Μετα-ανάλυση 56 μελετών για το CBCA και το Reality Monitoring βρήκε
ότι οι τεχνικές ανάλυσης περιεχομένου μπορούν υπό ερευνητικές συνθήκες
να διαφοροποιούν σε έναν βαθμό βιωμένες από κατασκευασμένες αφηγήσεις,
αλλά τα αποτελέσματα εξαρτώνται από τη μέθοδο εφαρμογής. Η ίδια
μετα-ανάλυση βρήκε ότι η χρήση ολόκληρου του συνόλου των
κριτηρίων CBCA απέδιδε καλύτερα από την επιλογή μεμονωμένων
κριτηρίων και τόνισε την ανάγκη για τυποποιημένους κανόνες απόφασης και
κατάλληλη εκπαίδευση των αξιολογητών (Oberlader et al., 2016).
Παράλληλα, μετα-ανάλυση που εξέτασε ειδικά την αξιοπιστία μεταξύ
διαφορετικών αξιολογητών στο CBCA βρήκε αποδεκτή αξιοπιστία για τα
περισσότερα κριτήρια, αλλά σημαντική ετερογένεια μεταξύ των μελετών και
αποθάρρυνε τη χρήση ενός απλού συνολικού CBCA score ως
αυτόματου δείκτη αξιοπιστίας (Hauch et al., 2017).
Άρα όχι:
οι 2.500 λέξεις δεν είναι lie detector.
Ούτε όμως η
«τέλεια συνέπεια» είναι lie detector
Αξίζει να δούμε και την αντίστροφη προκατάληψη.
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι μια αληθινή αφήγηση πρέπει να είναι
απολύτως ίδια κάθε φορά που επαναλαμβάνεται.
Η ανθρώπινη μνήμη όμως δεν λειτουργεί σαν αρχείο βίντεο που ανοίγουμε
και πατάμε play.
Η μνήμη είναι ευάλωτη σε ανακατασκευή, επανερμηνεία και
μεταγενέστερες πληροφορίες. Η κλασική έρευνα για το
misinformation effect έχει δείξει εδώ και δεκαετίες ότι
η έκθεση σε παραπλανητικές πληροφορίες μετά από ένα γεγονός μπορεί να
επηρεάσει τη μεταγενέστερη ανάκλησή του (Loftus, 2005).
Και αυτό δεν αφορά μόνο μοναδικά περιστατικά.
Πρόσφατη πειραματική μελέτη με ενήλικες έδειξε ότι παραπλανητικές
υποβλητικές ερωτήσεις μπορούσαν να επηρεάσουν τη μνήμη τόσο για ένα
μεμονωμένο όσο και για επαναλαμβανόμενα γεγονότα. Οι συγγραφείς βρήκαν
υψηλά επίπεδα υποβολιμότητας και στις δύο συνθήκες και κατέληξαν ότι οι
ερευνητικές συνεντεύξεις πρέπει να αποφεύγουν ερωτήσεις που εισάγουν
πληροφορίες τις οποίες το άτομο δεν έχει προηγουμένως αναφέρει (Dilevski
et al., 2025).
Επομένως:
ούτε η ασυνέπεια αποδεικνύει κατ’ ανάγκη ψεύδος ούτε η
συνέπεια αποδεικνύει αλήθεια.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και στο δικαστικό πεδίο.
Μια πολύ πρόσφατη μελέτη εξέτασε 79 Ολλανδούς επαγγελματίες του
δικαίου και 518 δικαστικές αποφάσεις σε υποθέσεις σεξουαλικής
κακοποίησης. Στις διορθωμένες δημοσιευμένες αναλύσεις των δικαστικών
αποφάσεων, η συνέπεια χρησιμοποιούνταν ως κριτήριο
αξιολόγησης στο 80,1% των αποφάσεων, η λεπτομέρεια στο
64,7% και η ακρίβεια στο 31%. Οι συγγραφείς επισήμαναν
ότι τα κριτήρια αυτά χρησιμοποιούνταν συχνά, αλλά όχι με συστηματικό
τρόπο, ενώ χρησιμοποιούνταν επίσης αμφισβητούμενοι δείκτες όπως η
συναισθηματική έκφραση, η μη λεκτική συμπεριφορά και η «αυθεντική
εντύπωση» (Verschuere et al., 2026).
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό:
Το γεγονός ότι κάτι μοιάζει με δείκτη αξιοπιστίας
δεν σημαίνει ότι αποτελεί επιστημονικά έγκυρο τεστ αλήθειας.
Μπορεί
λοιπόν μια ψυχολόγος, μια ψυχίατρος ή μια εγκληματολόγος να διαβάσει το
κείμενο και να πει εάν η γυναίκα λέει αλήθεια;
Όχι.
Και θεωρώ σημαντικό να το πούμε ξεκάθαρα.
Ούτε ψυχολόγος.
Ούτε ψυχίατρος.
Ούτε εγκληματολόγος.
Ούτε οποιοσδήποτε άλλος επιστήμονας μπορεί υπεύθυνα να διαβάσει ένα
δημόσιο κείμενο 2.500 λέξεων και, μόνο από τον τρόπο γραφής του, να
αποφανθεί ότι:
«η καταγγέλλουσα λέει αλήθεια»
ή
«η καταγγέλλουσα λέει ψέματα».
Και φυσικά, η εγκυρότητα μιας επιστημονικής απάντησης δεν εξαρτάται
από το εάν ο ειδικός είναι άνδρας ή γυναίκα, αλλά από την επιστημονική
του κατάρτιση, τη μέθοδο που χρησιμοποιεί και τα διαθέσιμα δεδομένα.
Η ανάλυση του περιεχομένου μιας δήλωσης μπορεί να αποτελεί
ένα μέρος μιας πολύ ευρύτερης forensic διαδικασίας· δεν
είναι αυτόνομος ανιχνευτής αλήθειας. Οι ίδιες οι μετα-αναλύσεις των
τεχνικών λεκτικής αξιολόγησης δείχνουν ότι απαιτούν συστηματική
εφαρμογή, πλήρη κριτήρια, κατάλληλη εκπαίδευση και προσεκτική ερμηνεία
(Hauch et al., 2017; Oberlader et al., 2016).
Και γενικότερα, δεκαετίες έρευνας για την ανθρώπινη ανίχνευση ψεύδους
δείχνουν ότι οι άνθρωποι έχουν περιορισμένη ακρίβεια
όταν επιχειρούν να διακρίνουν ψέμα και αλήθεια από συμπεριφορικά
στοιχεία. Η μετα-ανάλυση των Hartwig και Bond (2011) έδειξε ότι ένα από
τα βασικά προβλήματα δεν είναι απλώς ότι χρησιμοποιούμε «λάθος σημάδια»,
αλλά ότι οι πραγματικές συμπεριφορικές διαφορές μεταξύ ψεύδους και
αλήθειας είναι συχνά μικρές.
Η αξιοπιστία, επομένως, δεν κρίνεται με ένα «vibe check» πάνω σε ένα
κείμενο.
Τότε
τι μπορούμε επιστημονικά να πούμε για τη συγκεκριμένη απορία;
Μπορούμε να πούμε κάτι πολύ συγκεκριμένο:
Ναι. Είναι επιστημονικά απολύτως δυνατό ένα άτομο που έχει
βιώσει επαναλαμβανόμενη σεξουαλική βία να συντάξει μεταγενέστερα μια
μεγάλη, οργανωμένη και λεπτομερή αφήγηση των γεγονότων.
Δεν υπάρχει στη βιβλιογραφία κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η ύπαρξη
τραυματικής εμπειρίας καθιστά αδύνατη μια μεταγενέστερα οργανωμένη
αφήγηση. Αντιθέτως, η έρευνα δείχνει ότι η τραυματική μνήμη και η συνοχή
της παρουσιάζουν σημαντική ετερογένεια και επηρεάζονται από παράγοντες
όπως το PTSD, το είδος της ανάκλησης και ο τρόπος αξιολόγησης της
αφήγησης (Brewin, 2016; Brewin & Field, 2024; Mattsson et al., 2021;
McNally, 2022).
Αντίστοιχα, στη μνήμη επαναλαμβανόμενων γεγονότων είναι δυνατό να
διατηρείται σχετικά καλά το γενικό μοτίβο της εμπειρίας, ενώ να υπάρχει
μεγαλύτερη δυσκολία στην ακριβή αντιστοίχιση κάθε λεπτομέρειας σε ένα
συγκεκριμένο επεισόδιο (Dilevski et al., 2021).
Ταυτόχρονα:
Όχι. Το γεγονός ότι μια αφήγηση είναι λεπτομερής, οργανωμένη
ή συμβατή με ορισμένα επιστημονικά ευρήματα για τη μνήμη δεν αποδεικνύει
ότι η συγκεκριμένη καταγγελία είναι αληθής.
Αυτές οι δύο προτάσεις μπορούν —και πρέπει— να συνυπάρχουν.
Το λάθος ερώτημα
Ίσως λοιπόν το ερώτημα:
«Αν είχε πραγματικά κακοποιηθεί, θα μπορούσε να γράψει 2.500
λέξεις;»
να είναι εξαρχής λάθος.
Το επιστημονικά ορθότερο ερώτημα είναι:
«Υπάρχει κάτι σε όσα γνωρίζουμε για την ανθρώπινη και
τραυματική μνήμη που να καθιστά αδύνατη μια τόσο λεπτομερή μεταγενέστερη
αφήγηση επαναλαμβανόμενων περιστατικών;»
Η απάντηση είναι:
Όχι.
Όπως δεν υπάρχει ένα μοναδικό «σωστό» συναίσθημα μετά από μια
σεξουαλική επίθεση, έτσι δεν υπάρχει ένα μοναδικό «σωστό» πρότυπο
ανάκλησης που να λειτουργεί ως σφραγίδα αυθεντικότητας.
Ένας άνθρωπος μπορεί να θυμάται πολλά.
Μπορεί να θυμάται λίγα.
Μπορεί να θυμάται συγκεκριμένες αισθητηριακές λεπτομέρειες και να
δυσκολεύεται στη χρονική σειρά.
Μπορεί να θυμάται το ευρύτερο μοτίβο αλλά να συγχέει σε ποιο
επεισόδιο ανήκει μια επιμέρους λεπτομέρεια.
Μπορεί αργότερα να οργανώσει πολύ καλύτερα σε λόγο όσα βίωσε.
Η βιβλιογραφία δείχνει ότι η σχέση τραύματος, PTSD, συνοχής και
ακρίβειας της μνήμης είναι πολύ πιο σύνθετη από τα στερεότυπα που συχνά
χρησιμοποιούνται στη δημόσια συζήτηση (Brewin & Field, 2024;
Mattsson et al., 2021; McNally et al., 2022).
Και κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά, μεμονωμένο, δεν αποτελεί
επιστημονική σφραγίδα αλήθειας ή ψεύδους.
Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε όταν διατυπώνεται μια τόσο σοβαρή
καταγγελία δεν είναι ούτε να καταδικάζουμε κάποιον μέσω των social media
ούτε να μετατρέπουμε μύθους για το τραύμα σε επιχειρήματα απαξίωσης μιας
καταγγέλλουσας.
Οφείλουμε να αφήνουμε χώρο στη σοβαρή διερεύνηση των πραγματικών
στοιχείων.
Γιατί η επιστήμη μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πώς
μπορεί να λειτουργεί η μνήμη.
Δεν μπορεί όμως, από μόνη της και διαβάζοντας ένα δημόσιο κείμενο, να
μας πει αν ένα συγκεκριμένο γεγονός συνέβη.
Βιβλιογραφία
Brewin, C. R. (2016). Coherence, disorganization, and fragmentation
in traumatic memory reconsidered: A response to Rubin et al. (2016).
Journal of Abnormal Psychology, 125(7), 1011–1017.
doi:10.1037/abn0000154
Brewin, C. R., & Field, A. P. (2024). Meta-analysis shows trauma
memories in posttraumatic stress disorder lack coherence: A response to
Taylor et al. (2022). Clinical Psychological Science, 12(5),
1027–1033. doi:10.1177/21677026241240456
Dilevski, N., Paterson, H. M., Walker, S. A., & van Golde, C.
(2021). Adult memory for specific instances of a repeated event: A
preliminary review. Psychiatry, Psychology and Law, 28(5),
711–732. doi:10.1080/13218719.2020.1837031
Dilevski, N., Paterson, H. M., & van Golde, C. (2022). Adult
memory for instances of emotionally stressful and non-stressful repeated
events. Memory, 30(5), 621–635.
doi:10.1080/09658211.2022.2038630
Dilevski, N., Cullen, H. J., & van Golde, C. (2025). Adults are
just as susceptible to memory suggestibility when reporting about single
and repeated events. Scientific Reports, 15, Article 9729.
doi:10.1038/s41598-025-92903-y
Hartwig, M., & Bond, C. F., Jr. (2011). Why do lie-catchers fail?
A lens model meta-analysis of human lie judgments. Psychological
Bulletin, 137(4), 643–659. doi:10.1037/a0023589
Hauch, V., Sporer, S. L., Masip, J., & Blandón-Gitlin, I. (2017).
Can credibility criteria be assessed reliably? A meta-analysis of
criteria-based content analysis. Psychological Assessment,
29(6), 819–834. doi:10.1037/pas0000426
Loftus, E. F. (2005). Planting misinformation in the human mind: A
30-year investigation of the malleability of memory. Learning &
Memory, 12(4), 361–366. doi:10.1101/lm.94705
Mattsson, A. M., Sonne, C., & Carlsson, J. (2021). The accuracy
of traumatic memories in posttraumatic stress disorder: A review.
The Journal of Nervous and Mental Disease, 209(3), 218–227.
doi:10.1097/NMD.0000000000001283
McNally, R. J. (2022). Are memories of sexual trauma fragmented?
Memory, 30(1), 26–30. doi:10.1080/09658211.2020.1871023
McNally, R. J., Berntsen, D., Brewin, C. R., & Rubin, D. C.
(2022). Are memories of sexual trauma fragmented? A post publication
discussion among Richard J. McNally, Dorthe Berntsen, Chris R. Brewin
and David C. Rubin. Memory, 30(5), 658–660.
doi:10.1080/09658211.2022.2061135
Oberlader, V. A., Naefgen, C., Koppehele-Gossel, J., Quinten, L.,
Banse, R., & Schmidt, A. F. (2016). Validity of content-based
techniques to distinguish true and fabricated statements: A
meta-analysis. Law and Human Behavior, 40(4), 440–457.
doi:10.1037/lhb0000193
Verschuere, B., Kleinberg, B., van Kolfschooten, M., Bolhoven, L.,
& Rassin, E. (2026). How Dutch legal professionals assess statement
credibility: Evidence from a survey and an analysis of 518 court rulings
on sexual abuse. Memory, 34(8), 998–1007.
doi:10.1080/09658211.2025.2592947
Σημείωση: Για τη μελέτη των Verschuere et al. (2026)
χρησιμοποιούνται τα διορθωμένα δεδομένα της επανεκδοθείσας online
έκδοσης μετά το correction της 13ης Μαρτίου 2026.