Δρ. Κέλλυ Ιωάννου

Διδάκτωρ Ψηφιακής Εγκληματολογίας

Διδάκτωρ Εγκληματολογικής Ψυχολογίας

Πραγματογνώμονας Δικαστηρίων Αθηνών & Πειραιώς

Τrauma Coach και Iδρύτρια του traumahelp.gr

Δρ. Κέλλυ Ιωάννου

Διδάκτωρ Ψηφιακής Εγκληματολογίας

Διδάκτωρ Εγκληματολογικής Ψυχολογίας

Πραγματογνώμονας Δικαστηρίων Αθηνών & Πειραιώς

Τrauma Coach και Iδρύτρια του traumahelp.gr

Blog Post

Υπόθεση Κυριακής Γρίβα: 4 αστυνομικοί παραπέμπονται σε δίκη – Πόσες γυναίκες είχαν προειδοποιήσει πριν δολοφονηθούν;

08/09/2026 Artilces
Υπόθεση Κυριακής Γρίβα: 4 αστυνομικοί παραπέμπονται σε δίκη – Πόσες γυναίκες είχαν προειδοποιήσει πριν δολοφονηθούν;

Η σημερινή είδηση ότι τέσσερις αστυνομικοί παραπέμπονται σε δίκη για
κακούργημα για τους χειρισμούς τους πριν από τη δολοφονία της Κυριακής
Γρίβα επαναφέρει αναπόφευκτα στο προσκήνιο εκείνο το βράδυ της 1ης
Απριλίου 2024.

Η Κυριακή είχε πάει στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων. Είχε
εκφράσει φόβο για τον πρώην σύντροφό της. Είχε ζητήσει να μεταφερθεί με
περιπολικό. Βγήκε από το Τμήμα, τηλεφώνησε στην Άμεση Δράση και, ενώ
ακόμη βρισκόταν σε επικοινωνία με την Αστυνομία, δολοφονήθηκε από τον
πρώην σύντροφό της έξω από το αστυνομικό τμήμα.

Δύο χρόνια αργότερα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπει
τέσσερις αστυνομικούς στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για θανατηφόρα έκθεση
διά παραλείψεως από υπόχρεο πρόσωπο. Πρόκειται για παραπομπή και όχι για
καταδίκη και αυτό οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε. Η ποινική ευθύνη του
καθενός θα κριθεί από το δικαστήριο.

Υπάρχει όμως ένα άλλο ερώτημα που μπορούμε και πρέπει ήδη να
θέσουμε.

Τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα κάνει ακριβώς αυτό που επί
χρόνια της λέμε να κάνει;

Μίλησε. Ζήτησε βοήθεια. Απευθύνθηκε στην Αστυνομία. Εξέφρασε
φόβο.

Και δολοφονήθηκε.

Η περίπτωση της Κυριακής έγινε σύμβολο ακριβώς επειδή η δολοφονία
συνέβη έξω από ένα αστυνομικό τμήμα. Όμως το πραγματικό πρόβλημα είναι
ότι η Κυριακή δεν είναι η μοναδική γυναίκα στην Ελλάδα που είχε ζητήσει
βοήθεια, είχε καταγγείλει βία ή stalking ή είχε ήδη έρθει σε επαφή με
τις Αρχές πριν τελικά δολοφονηθεί.

Οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες δεν έγιναν σύμβολα.

Οι γυναίκες που είχαν ήδη
μιλήσει

Τον Μάιο του 2024, λίγες εβδομάδες μετά τη δολοφονία της Κυριακής, η
40χρονη Ενκελέιντα δολοφονήθηκε στη μέση του δρόμου στο Μενίδι από τον
εν διαστάσει σύζυγό της. Είχε καταγγείλει τον δράστη περισσότερες από
δύο φορές για ενδοοικογενειακή βία. Σε μία από τις τελευταίες
καταγγελίες, ο δράστης είχε οδηγηθεί στο Αυτόφωρο, ενώ είχαν ήδη υπάρξει
προηγούμενες υποθέσεις μεταξύ τους και γνώση της βίας από τις Αρχές.

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, στην Αμφιλοχία, μια 36χρονη γυναίκα
δολοφονήθηκε από τον εν διαστάσει σύζυγό της, ο οποίος στη συνέχεια
αυτοκτόνησε. Λίγο πριν από τη δολοφονία, η ίδια είχε καλέσει την
Αστυνομία. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, είχε προηγηθεί σοβαρή κλιμάκωση
και απειλή με όπλο.

Στο Αγρίνιο, τον Νοέμβριο του 2024, η 43χρονη Δώρα δολοφονήθηκε από
τον πρώην σύντροφό της. Είχε ήδη υποβάλει μήνυση σε βάρος του για
ενδοοικογενειακή βία και επρόκειτο να εκδικαστεί σχετική υπόθεση λίγες
ημέρες αργότερα.

Στη Σαλαμίνα, το 2023, η 43χρονη Γεωργία δολοφονήθηκε από τον
σύντροφό της. Είχε επίσης προηγουμένως καταγγείλει κακοποίηση, ενώ μετά
τη δολοφονία εξετάστηκε και η προηγούμενη διαχείριση της υπόθεσης από
τις αρμόδιες Αρχές.

Και τον Αύγουστο του 2025, στο Χαλάνδρι, η 47χρονη Μαρία δολοφονήθηκε
στην πυλωτή της πολυκατοικίας της. Μήνες νωρίτερα είχε απευθυνθεί στο
αστυνομικό τμήμα και είχε καταγγείλει ότι ο άνδρας που αργότερα
κατηγορήθηκε για τη δολοφονία της την παρακολουθούσε.

Αυτές οι υποθέσεις δεν είναι ίδιες. Δεν είχαν όλες το ίδιο ιστορικό,
δεν υπήρξαν παντού οι ίδιες θεσμικές ενέργειες και ασφαλώς δεν μπορούμε
να συμπεράνουμε ότι κάθε ανθρωποκτονία μπορούσε με βεβαιότητα να
προβλεφθεί ή να αποτραπεί.

Αυτό θα ήταν επιστημονικά λάθος.

Υπάρχει όμως ένα κοινό σημείο που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε:
σε αρκετές περιπτώσεις η βία δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά τη
στιγμή της δολοφονίας. Υπήρχε ήδη μια πληροφορία για τον
κίνδυνο.

Και αυτό αλλάζει τη συζήτηση.

Η
γυναικοκτονία συνήθως δεν ξεκινά τη στιγμή του φόνου

Όταν μια γυναίκα δολοφονείται από τον νυν ή τον πρώην σύντροφό της,
είναι φυσικό να κοιτάζουμε πίσω και να αναζητούμε σημάδια που ίσως
προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος να θεωρούμε, εκ
των υστέρων, ότι κάθε προηγούμενη συμπεριφορά ήταν προειδοποιητική μόνο
και μόνο επειδή γνωρίζουμε ήδη την τραγική κατάληξη.

Η επιστημονική εκτίμηση κινδύνου λειτουργεί διαφορετικά.

Η διεθνής βιβλιογραφία έχει συνδέσει με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής ή
θανατηφόρας βίας από σύντροφο το ιστορικό προηγούμενης ενδοοικογενειακής
βίας, τις απειλές θανάτου, την πρόσβαση σε όπλο, τον προηγούμενο
στραγγαλισμό, τη σεξουαλική βία, την ακραία ζήλια και τον έλεγχο, καθώς
και την περίοδο κατά την οποία το θύμα επιχειρεί να αποχωρήσει ή έχει
ήδη χωρίσει από τον δράστη (Campbell et al., 2007; Campbell et al.,
2009; McFarlane et al., 2002).

Το stalking ειδικά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή
«ενοχλητική συμπεριφορά πρώην συντρόφου». Η διεθνής έρευνα το έχει
συνδέσει εδώ και δεκαετίες με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής βίας και
ανθρωποκτονίας από σύντροφο (McFarlane et al., 2002).

Γι’ αυτό υπάρχουν δομημένα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου, όπως το
Danger Assessment, το SARA, το ODARA και το B-SAFER. Το
Danger Assessment, για παράδειγμα, έχει αναπτυχθεί ειδικά για την
εκτίμηση του κινδύνου θανατηφόρας ή σχεδόν θανατηφόρας βίας σε
περιστατικά συντροφικής κακοποίησης. Η επικύρωσή του βασίστηκε σε
πολυκεντρική μελέτη που συνέκρινε 310 περιπτώσεις γυναικοκτονίας από
σύντροφο με 324 κακοποιημένες γυναίκες από τις ίδιες πόλεις που δεν
είχαν δολοφονηθεί (Campbell et al., 2009).

Δεν πρόκειται για εργαλεία που «προβλέπουν ποιος θα σκοτώσει».

Αυτό είναι μια σημαντική διάκριση.

Η εκτίμηση κινδύνου δεν είναι πρόβλεψη με την έννοια της βεβαιότητας.
Δεν μπορεί ένας εγκληματολόγος, ένας αστυνομικός, ένας ψυχολόγος, ένας
κοινωνικός λειτουργός ή ένα ερωτηματολόγιο να προβλέψει με βεβαιότητα
ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα διαπράξει ανθρωποκτονία.

Μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε ότι μια συγκεκριμένη γυναίκα
βρίσκεται σε υψηλότερο κίνδυνο από μια άλλη
και να
προσαρμόσουμε αναλόγως την προστασία.

Αυτό ακριβώς είναι το νόημα του risk assessment.

«Γιατί δεν έφυγε;» είναι
η λάθος ερώτηση

Για χρόνια μεγάλο μέρος της συζήτησης γύρω από την ενδοοικογενειακή
βία τοποθετούσε το βάρος της πρόληψης πάνω στη γυναίκα.

Γιατί δεν έφυγε;

Γιατί δεν τον κατήγγειλε;

Γιατί επέστρεψε;

Γιατί δεν πήρε τα παιδιά και έφυγε;

Γιατί δεν ζήτησε βοήθεια;

Ακόμη και σήμερα οι καμπάνιες πρόληψης, πολλές φορές με τις καλύτερες
προθέσεις, επικεντρώνονται στο τι πρέπει να κάνει το θύμα: μίλα,
φύγε, κατάγγειλε, ζήτησε βοήθεια.

Όμως οι υποθέσεις της Κυριακής Γρίβα και άλλων γυναικών που είχαν ήδη
μιλήσει, καταγγείλει ή ζητήσει βοήθεια μάς αναγκάζουν να αντιστρέψουμε
την ερώτηση.

Τι κάνουμε εμείς όταν το θύμα μιλήσει;

Τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα μπει σε ένα αστυνομικό τμήμα και πει
«φοβάμαι»;

Τι συμβαίνει όταν υπάρχει ήδη προηγούμενη καταγγελία;

Όταν ο πρώην σύντροφος την παρακολουθεί;

Όταν έχει απειλήσει ότι θα τη σκοτώσει;

Όταν υπάρχει ιστορικό κλιμάκωσης;

Όταν η γυναίκα έχει αποφασίσει να φύγει;

Γιατί το να πείσουμε περισσότερα θύματα να μιλούν είναι μόνο το πρώτο
μισό της πρόληψης.

Το δεύτερο μισό είναι τι κάνουμε με την πληροφορία όταν
επιτέλους την έχουμε.

Το
πρόβλημα δεν είναι ότι «η Αστυνομία δεν κάνει τίποτα»

Θεωρώ εξίσου λάθος να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις υποθέσεις για να
καταλήξουμε στο γενικό συμπέρασμα ότι η Αστυνομία δεν προστατεύει τα
θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Τα δεδομένα δείχνουν μια πολύ μεγαλύτερη και πιο σύνθετη εικόνα.

Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί εξειδικευμένα Γραφεία
Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας και έχει επεκταθεί η χρήση του
Panic Button.

Αυτά είναι σημαντικά βήματα.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο εάν υπάρχει μηχανισμός. Είναι
εάν ο μηχανισμός λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα κάθε
φορά που εμφανίζεται ένα περιστατικό υψηλού κινδύνου
.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο πρόβλημα των συστημάτων
προστασίας.

Δεν αρκεί να υπάρχει ένα πρωτόκολλο. Πρέπει ο άνθρωπος που βρίσκεται
στην πρώτη γραμμή να αναγνωρίσει ότι το συγκεκριμένο περιστατικό απαιτεί
την ενεργοποίησή του.

Δεν αρκεί να υπάρχει Panic Button. Πρέπει να έχει προηγηθεί σωστή
αξιολόγηση των αναγκών και του κινδύνου του θύματος.

Δεν αρκεί μια καταγγελία να υπάρχει καταχωρισμένη σε ένα σύστημα.
Πρέπει η προηγούμενη πληροφορία να ακολουθεί την υπόθεση και να
συνδέεται με τη νέα.

Και δεν αρκεί να εξετάζουμε κάθε περιστατικό ως ένα απομονωμένο
συμβάν.

Η ενδοοικογενειακή βία συχνά είναι μοτίβο.

Όταν
η πληροφορία υπάρχει αλλά παραμένει κατακερματισμένη

Αυτό είναι ένα σημείο που θεωρώ ότι πρέπει να συζητήσουμε πολύ
περισσότερο στην Ελλάδα.

Ένα θύμα μπορεί να έχει μιλήσει στην Αστυνομία. Να έχει πάει σε
νοσοκομείο. Να έχει απευθυνθεί σε κοινωνική υπηρεσία. Να υπάρχει μήνυση.
Να έχει προηγηθεί δικαστήριο. Να υπάρχουν μηνύματα με απειλές. Να έχει
καταγγείλει stalking. Να γνωρίζει το περιβάλλον της ότι φοβάται.

Κάθε φορέας μπορεί να έχει ένα διαφορετικό κομμάτι της εικόνας.

Ο κίνδυνος όμως βρίσκεται στη συνολική εικόνα.

Είναι χαρακτηριστική ελληνική μελέτη των Kravvariti και Browne
σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αστυνομικοί αντιλαμβάνονται και
διαχειρίζονται περιστατικά συντροφικής ενδοοικογενειακής βίας. Στο
σχετικό ερώτημα απάντησαν 200 αστυνομικοί και, σύμφωνα με την εμπειρία
τους, στο 65% των περιστατικών τόσο το θύμα όσο και ο δράστης
ήταν ήδη γνωστοί στην Αστυνομία
(Kravvariti & Browne,
2023).

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι όλες αυτές οι περιπτώσεις μπορούσαν να
εξελιχθούν σε ανθρωποκτονία. Δείχνει όμως πόσο συχνά η παρέμβαση δεν
ξεκινά από ένα εντελώς «λευκό χαρτί».

Το ζητούμενο επομένως είναι η συστηματική αξιολόγηση και
επαναξιολόγηση του κινδύνου
, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται νέα
στοιχεία ή κλιμάκωση.

Και αυτή δεν είναι απλώς μια καλή πρακτική που θα ήταν ωραίο να
εφαρμόζεται.

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης προβλέπει ρητά στο άρθρο 51 την
αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου, της σοβαρότητας της κατάστασης και του
κινδύνου επαναλαμβανόμενης βίας από τις αρμόδιες Αρχές, με σκοπό τη
διαχείριση του κινδύνου και, όπου απαιτείται, τη συντονισμένη προστασία
και υποστήριξη.

Αντίστοιχα, το European Institute for Gender Equality έχει εκδώσει
ειδικό οδηγό για την Αστυνομία σχετικά με την εκτίμηση και τη
διαχείριση κινδύνου σε περιστατικά βίας κατά γυναικών από
σύντροφο
, αντιμετωπίζοντας αυτές τις διαδικασίες ως κρίσιμα
στάδια για την άμεση και συνεχιζόμενη ασφάλεια του θύματος.

Η Κυριακή έγινε γνωστή. Οι
άλλες;

Η εικόνα της Κυριακής Γρίβα έξω από το Αστυνομικό Τμήμα των Αγίων
Αναργύρων έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της συζήτησης για
την έμφυλη βία στην Ελλάδα.

Ίσως επειδή η αντίφαση ήταν αδύνατο να αγνοηθεί: μια γυναίκα
δολοφονήθηκε λίγα μέτρα από το σημείο στο οποίο είχε πάει για να
προστατευτεί.

Όμως η Ενκελέιντα, η Δώρα, η γυναίκα στην Αμφιλοχία, η Γεωργία στη
Σαλαμίνα, η Μαρία στο Χαλάνδρι και άλλες γυναίκες μάς αναγκάζουν να
δούμε κάτι μεγαλύτερο.

Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες.

Δεν υπήρξε σε όλες αποδεδειγμένη θεσμική παράλειψη.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ότι όλες οι δολοφονίες θα είχαν αποτραπεί
εάν είχε ληφθεί ένα διαφορετικό μέτρο.

Και δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τη γνώση της κατάληξης για να
κατασκευάζουμε εκ των υστέρων μια βεβαιότητα ότι «ήταν προφανές τι θα
συμβεί».

Αυτό που μπορούμε όμως να πούμε είναι ότι σε ορισμένες
γυναίκες ο κίνδυνος είχε ήδη μιλήσει πριν από τη δολοφονία
τους
.

Μέσα από μια καταγγελία.

Μια απειλή.

Ένα περιστατικό stalking.

Μια προηγούμενη επίθεση.

Μια κλιμάκωση.

Έναν χωρισμό που ο δράστης αρνιόταν να αποδεχθεί.

Ένα «φοβάμαι».

Και ίσως εκεί πρέπει να μετακινηθεί επιτέλους η συζήτηση.

Έχουμε περάσει χρόνια προσπαθώντας —ορθώς— να μάθουμε στις γυναίκες
να αναγνωρίζουν τα σημάδια της κακοποίησης.

Τώρα πρέπει να αναρωτηθούμε εάν οι θεσμοί αναγνωρίζουν με την
ίδια συνέπεια τα σημάδια του κινδύνου όταν μια γυναίκα τούς τα φέρνει
μπροστά τους.

Γιατί δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να λέμε σε μια γυναίκα «μίλα» και
να θεωρούμε ότι εκεί ολοκληρώνεται η δική μας ευθύνη.

Η καταγγελία δεν είναι το τέλος της διαδικασίας προστασίας.

Είναι η αρχή της.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Campbell, J. C., Glass, N., Sharps, P. W., Laughon, K., & Bloom,
T. (2007). Intimate partner homicide: Review and implications of
research and policy. Trauma, Violence, & Abuse, 8(3),
246–269. https://doi.org/10.1177/1524838007303505

Campbell, J. C., Webster, D. W., & Glass, N. (2009). The Danger
Assessment: Validation of a lethality risk assessment instrument for
intimate partner femicide. Journal of Interpersonal Violence,
24
(4), 653–674. https://doi.org/10.1177/0886260508317180

European Institute for Gender Equality. (2019). A guide to risk
assessment and risk management of intimate partner violence against
women for police
. Publications Office of the European Union. https://doi.org/10.2839/50272

Kravvariti, V., & Browne, K. (2023). Police recognition of gender
issues in relation to intimate partner domestic violence and abuse in
Greece. Policing: A Journal of Policy and Practice, 17,
paad005. https://doi.org/10.1093/police/paad005

McFarlane, J., Campbell, J. C., & Watson, K. (2002). Intimate
partner stalking and femicide: Urgent implications for women’s safety.
Behavioral Sciences & the Law, 20(1–2), 51–68. https://doi.org/10.1002/bsl.477