Από τα Πετράλωνα και τον Κολωνό στην Κυψέλη: Πόσες προειδοποιήσεις χρειάζονται για να προστατευτεί ένα παιδί
Δεν μπορώ να δω την υπόθεση της Κυψέλης μόνο μέσα από την ανθρωποκτονία του βρέφους. Προφανώς αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο της ποινικής έρευνας. Εγκληματολογικά όμως, υπάρχει κάτι ακόμη που με απασχολεί ιδιαίτερα: η ιστορία αυτής της οικογένειας δεν ξεκινά το 2026.
Υπήρχαν προειδοποιητικά σήματα ήδη από το 2020, όταν είχε γίνει αναφορά για σοβαρή παραμέληση των παιδιών. Το 2025 τα τρία παιδιά μεταφέρθηκαν με εισαγγελική εντολή στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία», προκειμένου να απομακρυνθούν από το οικογενειακό περιβάλλον και να βρεθεί δομή φιλοξενίας. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, όσο βρίσκονταν εκεί εν αναμονή της τοποθέτησής τους, ο πατέρας τους τα πήρε παράνομα.
Για μένα, εδώ βρίσκεται ένα από τα σοβαρότερα σημεία της υπόθεσης.
Γιατί τα συγκεκριμένα παιδιά δεν ήταν «αόρατα». Δεν ανακαλύψαμε εκ των υστέρων μια οικογένεια για την οποία κανείς δεν γνώριζε τίποτα. Είχαν υπάρξει αναφορές και είχε υπάρξει εισαγγελική παρέμβαση. Κάποια στιγμή, δηλαδή, το ίδιο το σύστημα έκρινε ότι τα παιδιά έπρεπε να απομακρυνθούν για να προστατευθούν.
Και μετά;
Αυτό το «μετά» είναι που με ενδιαφέρει.
Δεν είναι η πρώτη φορά που το συναντώ εξετάζοντας σοβαρές υποθέσεις παιδικής θυματοποίησης στην Ελλάδα.
Στην υπόθεση των Πετραλώνων, δύο αδέλφια κατήγγειλαν το 2017 ότι υφίσταντο επί χρόνια σεξουαλική κακοποίηση. Οι καταγγελίες αφορούσαν πράξεις που, σύμφωνα με τη δικογραφία, είχαν αρχίσει ήδη από το 2012 και δεν αφορούσαν μόνο τον πατέρα αλλά και άλλα πρόσωπα του συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος. Το βούλευμα που παρέπεμψε δέκα κατηγορουμένους σε δίκη εκδόθηκε το 2023. Έξι χρόνια μετά την πρώτη καταγγελία.
Στο μεταξύ, τα δύο παιδιά που είχαν καταγγείλει όσα συνέβαιναν πρόλαβαν να ενηλικιωθούν. Υπήρχε όμως και τρίτο, μικρότερο αδελφάκι. Παρέμενε ανήλικο και εξακολουθούσε να ζει με τη μητέρα του, παρότι υπήρχαν καταγγελίες που αφορούσαν και τη δική του κακοποίηση και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά είχαν καταγγείλει το 2022 τη μητέρα για γνώση και συγκάλυψη όσων συνέβαιναν.
Η ποινική διαδικασία μπορεί να χρειαστεί χρόνια. Ένα παιδί όμως μεγαλώνει όσο εμείς ερευνούμε, αξιολογούμε, διαβιβάζουμε φακέλους και περιμένουμε δικαστικές αποφάσεις. Αυτό είναι κάτι που συχνά ξεχνάμε όταν συζητάμε τέτοιες υποθέσεις μόνο με όρους ποινικής δικαιοσύνης.
Στο Ηράκλειο έχουμε ένα άλλο παράδειγμα. Οκτώ παιδιά. Αναφορές το 2022, το 2024 και το 2025 για κακοποίηση και παραμέληση. Ένα παιδί είχε φτάσει μόλις 2,5 ετών διασωληνωμένο στη ΜΕΘ μετά τη λήψη έξι ηρεμιστικών. Τον Δεκέμβριο του 2025 χρειάστηκε, σύμφωνα με όσα δημοσιοποιήθηκαν, η έβδομη συνολικά καταγγελία για να οδηγηθούν οι γονείς στο αυτόφωρο.
Επτά καταγγελίες.
Δεν αναφέρω τον αριθμό για εντυπωσιασμό. Τον αναφέρω γιατί στην εκτίμηση κινδύνου έχει σημασία η συσσώρευση. Ένα περιστατικό μπορεί να αξιολογηθεί μεμονωμένα. Όταν όμως προστίθεται δεύτερο, τρίτο, τέταρτο περιστατικό, όταν διαφορετικές πληροφορίες επανέρχονται γύρω από τα ίδια παιδιά, η εικόνα του κινδύνου πρέπει να αλλάζει μαζί τους. Δεν μπορεί κάθε νέα αναφορά να ξεκινά ουσιαστικά από το μηδέν.
Υπάρχει και ο Κολωνός.
Το 2022 η υπόθεση της 12χρονης άρχισε να αποκαλύπτεται όταν συγγενικό της πρόσωπο εντόπισε ύποπτες επικοινωνίες με ενήλικες. Όσο προχωρούσε η έρευνα, έγινε σαφές ότι δεν επρόκειτο για μία σχέση παιδιού-δράστη. Από τις τηλεφωνικές και διαδικτυακές επικοινωνίες προέκυψε ένας πολύ μεγαλύτερος κύκλος ενηλίκων που έπρεπε να διερευνηθεί.
Αυτό το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Κυψέλη.
Γύρω από τα παιδιά φαίνεται ότι υπήρχαν διαφορετικοί ενήλικες και διαφορετικές σχέσεις. Δεν γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή εάν υπήρχε σεξουαλική εκμετάλλευση, ούτε εάν υπήρχε κάποιο οργανωμένο δίκτυο. Και προσωπικά δεν θεωρώ επιστημονικά σοβαρό να βαφτίζουμε «κύκλωμα» οτιδήποτε δεν έχουμε ακόμη αποδείξει.
Θεωρώ όμως απολύτως αναγκαίο να χαρτογραφηθεί ποιος είχε πρόσβαση σε αυτά τα παιδιά.
Όχι μόνο ποιος έμενε στο σπίτι. Ποιος ερχόταν. Πόσο συχνά. Ποιος επικοινωνούσε με ποιον. Ποια πρόσωπα εμφανίζονται ξανά και ξανά στις συσκευές και στις επικοινωνίες. Εάν υπάρχουν κοινά πρόσωπα ανάμεσα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και κατοικίες. Εάν κάποιο όνομα που εμφανίζεται σήμερα είχε εμφανιστεί και σε παλαιότερη αναφορά.
Εδώ η ψηφιακή διερεύνηση μπορεί να δώσει απαντήσεις που δεν μπορεί να δώσει από μόνη της η εξέταση της φυσικής σκηνής. Τα κινητά τηλέφωνα, οι λογαριασμοί, οι επικοινωνίες και τα υπόλοιπα ψηφιακά πειστήρια μπορούν να βοηθήσουν να ανασυντεθεί ποιοι πραγματικά αποτελούσαν το περιβάλλον αυτών των παιδιών και πώς αυτό μεταβαλλόταν στον χρόνο.
Και κάπου εδώ επιστρέφω στο 2020 και στο 2025.
Γιατί όσο σοβαρά και αν είναι όσα αποκαλύπτονται σήμερα, δεν θα ήθελα η συζήτηση για την Κυψέλη να τελειώσει όταν ταυτοποιηθεί ο άνθρωπος που σκότωσε το βρέφος.
Θέλω να ξέρουμε τι έγινε με εκείνη την πρώτη αναφορά. Τι πληροφορίες υπήρχαν στον φάκελο. Ποιος τις έλαβε. Τι αξιολογήθηκε. Τι άλλαξε όταν εμφανίστηκαν νέα στοιχεία. Τι ακριβώς συνέβη το 2025 όταν τα παιδιά μεταφέρθηκαν στο Παίδων. Ποιος ενημερώθηκε όταν απομακρύνθηκαν από εκεί. Και, κυρίως, ποιος είχε την ευθύνη να γνωρίζει πού βρίσκονταν την επόμενη ημέρα, την επόμενη εβδομάδα, τον επόμενο μήνα.
Γιατί έχουμε συνηθίσει να μετράμε την αντίδραση του κράτους με ενέργειες: έγινε αναφορά, ενημερώθηκε ο εισαγγελέας, μεταφέρθηκαν τα παιδιά, σχηματίστηκε φάκελος.
Εγώ θα την μετρούσα διαφορετικά.
Το παιδί έμεινε ασφαλές μετά την παρέμβαση;
Αν η απάντηση είναι όχι, τότε η παρέμβαση από μόνη της δεν αρκεί για να μιλάμε για προστασία.
Οι υποθέσεις των Πετραλώνων, του Ηρακλείου, του Κολωνού και της Κυψέλης δεν είναι ίδιες. Ούτε θεωρώ ότι πρέπει να τις βάλουμε τεχνητά κάτω από μία κοινή θεωρία. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που επιστρέφει με διαφορετική μορφή σε καθεμία από αυτές: τι συμβαίνει στα παιδιά υψηλού κινδύνου ανάμεσα στην πρώτη φορά που κάποιος τα εντοπίζει και στην επόμενη φορά που τα ξαναβρίσκουμε;
Στην Κυψέλη αυτή η ερώτηση πρέπει να απαντηθεί μέχρι τέλους.
Γιατί αυτή τη φορά γνωρίζουμε ήδη ότι υπήρξε ένα «πριν».
Και οφείλουμε να μάθουμε τι συνέβη στο ενδιάμεσο.