Δρ. Κέλλυ Ιωάννου

Διδάκτωρ Ψηφιακής Εγκληματολογίας

Διδάκτωρ Εγκληματολογικής Ψυχολογίας

Πραγματογνώμονας Δικαστηρίων Αθηνών & Πειραιώς

Τrauma Coach και Iδρύτρια του traumahelp.gr

Δρ. Κέλλυ Ιωάννου

Διδάκτωρ Ψηφιακής Εγκληματολογίας

Διδάκτωρ Εγκληματολογικής Ψυχολογίας

Πραγματογνώμονας Δικαστηρίων Αθηνών & Πειραιώς

Τrauma Coach και Iδρύτρια του traumahelp.gr

Blog Post

Υπόθεση δηλητηρίασης στο Περιστέρι: Η συγκαλυμμένη βία, η ψυχολογία του δράστη και τα πιθανά κίνητρα

20/10/2026 Artilces
Υπόθεση δηλητηρίασης στο Περιστέρι: Η συγκαλυμμένη βία, η ψυχολογία του δράστη και τα πιθανά κίνητρα

Μια εγκληματολογική ανάλυση της εργαλειακής επιθετικότητας, των μηχανισμών ελέγχου και της βίας μετά τον χωρισμό.

Γράφει η Δρ. Καλλιόπη (Κέλλυ) Ιωάννου, Εγκληματολόγος

Η υπόθεση της γυναίκας που κατηγορείται ότι επιχείρησε να δηλητηριάσει τον εν διαστάσει σύζυγό της στο Περιστέρι έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον, όχι μόνο εξαιτίας της σοβαρότητας των καταγγελιών, αλλά κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο φέρεται να εκδηλώθηκε η επιθετική συμπεριφορά.

Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, ο άνδρας, στρατιωτικός γιατρός, κατήγγειλε ότι η εν διαστάσει σύζυγός του τοποθετούσε εν αγνοία του ουσίες σε τρόφιμα και ποτά. Στο πλαίσιο της αστυνομικής διερεύνησης αναφέρθηκε η ύπαρξη βιντεοληπτικού υλικού, καθώς και η ανεύρεση φαρμακευτικού σκευάσματος που τέθηκε υπό εργαστηριακή εξέταση.

Η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη και η κατηγορούμενη αρνείται τις κατηγορίες. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ΕΡΤnews της 14ης Οκτωβρίου 2026, η κατηγορία που αναφερόταν τότε ήταν απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης και η δίκη είχε οριστεί για τις 26 Οκτωβρίου 2026. Το ίδιο ρεπορτάζ σημείωνε ότι εκκρεμούσαν εργαστηριακές αναλύσεις για τις ουσίες και τα τρόφιμα και ότι δεν είχε επιβεβαιωθεί επιστημονικά εάν ο καταγγέλλων είχε εκτεθεί στην επίμαχη ουσία. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν το στάδιο της διερεύνησης και δεν συνιστούν κρίση ενοχής. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε εγκληματολογική προσέγγιση οφείλει να διαχωρίζει τα επιβεβαιωμένα γεγονότα από τις καταγγελίες και τις επιστημονικές υποθέσεις.

Πέρα όμως από την ποινική διάσταση, η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα: τη δυνατότητα εκδήλωσης σοβαρής διαπροσωπικής βίας χωρίς εμφανή σωματική αντιπαράθεση, χωρίς άμεση σύγκρουση και, ενδεχομένως, χωρίς το ίδιο το θύμα να αντιλαμβάνεται εξαρχής ότι υφίσταται εγκληματική συμπεριφορά.

Η δηλητηρίαση ως μορφή συγκαλυμμένης επιθετικότητας

Στη συλλογική αντίληψη, η βία συνδέεται συχνά με ορατές πράξεις: σωματικές επιθέσεις, απειλές, έντονες συγκρούσεις ή τραυματισμούς. Ωστόσο, η εγκληματολογική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η δηλητηρίαση, όταν αποτελεί αποτέλεσμα σκόπιμης ανθρώπινης ενέργειας, συνιστά μια ιδιαίτερη μορφή συγκαλυμμένης επιθετικότητας (covert aggression). Ο δράστης δεν χρειάζεται να έρθει σε άμεση σωματική αντιπαράθεση με το θύμα. Αντιθέτως, μπορεί να αξιοποιήσει καθημερινές δραστηριότητες, συνήθειες και σχέσεις εμπιστοσύνης προκειμένου να προκαλέσει βλάβη.

Αυτό διαφοροποιεί σημαντικά τη συγκεκριμένη μέθοδο από άλλες μορφές διαπροσωπικής βίας.

Η ενδεχόμενη εγκληματική ενέργεια μπορεί να ενσωματώνεται σε μια φαινομενικά συνηθισμένη καθημερινότητα, ενώ οι συνέπειές της ενδέχεται αρχικά να αποδίδονται σε οργανικά, νευρολογικά ή ψυχιατρικά αίτια.

Εγκληματολογικά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πιθανότητα το θύμα να αναζητά επανειλημμένα ιατρική βοήθεια, χωρίς να γνωρίζει ότι τα συμπτώματά του μπορεί να συνδέονται με εξωτερική παρέμβαση.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι κάθε ανεξήγητο σύμπτωμα ή επαναλαμβανόμενη νοσηλεία αποτελεί ένδειξη δηλητηρίασης. Σημαίνει ότι, όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις σκόπιμης έκθεσης σε ουσίες, η διερεύνηση πρέπει να είναι διεπιστημονική και να περιλαμβάνει ιατρική, τοξικολογική, ιατροδικαστική και εγκληματολογική αξιολόγηση.

Παρορμητική ή προσχεδιασμένη βία; Η σημασία της εργαλειακής επιθετικότητας

Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα που ανακύπτουν αφορά τον μηχανισμό της φερόμενης επιθετικής συμπεριφοράς.

Στην επιστημονική βιβλιογραφία γίνεται διάκριση μεταξύ αντιδραστικής (reactive aggression) και προδραστικής ή εργαλειακής επιθετικότητας (proactive/instrumental aggression).

Η αντιδραστική επιθετικότητα συνδέεται συχνότερα με έντονη συναισθηματική διέγερση, θυμό, φόβο ή αντίδραση σε μια αντιλαμβανόμενη απειλή. Πρόκειται για επιθετικότητα που εκδηλώνεται ως απάντηση σε ένα ερέθισμα.

Αντίθετα, η εργαλειακή επιθετικότητα χαρακτηρίζεται από τη χρησιμοποίηση της βίας ως μέσου επίτευξης ενός συγκεκριμένου σκοπού.

Σε αυτή την περίπτωση, η επιθετική συμπεριφορά μπορεί να περιλαμβάνει προετοιμασία, επιλογή κατάλληλων συνθηκών, αξιοποίηση ευκαιριών και προσπάθεια απόκρυψης της πράξης.

Εάν στην υπόθεση του Περιστερίου αποδειχθεί ότι υπήρξε σκόπιμη και επαναλαμβανόμενη χορήγηση επιβλαβούς ουσίας, το συμπεριφορικό μοτίβο θα μπορούσε να εξεταστεί υπό το πρίσμα της εργαλειακής επιθετικότητας.

Το στοιχείο που θα διαφοροποιούσε μια τέτοια συμπεριφορά από μια στιγμιαία έκρηξη θυμού δεν είναι μόνο η σοβαρότητα της πράξης, αλλά η ενδεχόμενη ύπαρξη σχεδιασμού, χρονικής διάρκειας και συγκεκριμένου επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Ωστόσο, ο προσχεδιασμός δεν αποδεικνύει αυτομάτως ούτε το κίνητρο ούτε την πρόθεση πρόκλησης θανάτου. Αυτά αποτελούν διακριτά ζητήματα που πρέπει να τεκμηριωθούν.

Η ψυχολογία του δράστη: Έλεγχος, εκδίκηση ή επιδίωξη εξάρτησης;

Η αναζήτηση του κινήτρου αποτελεί ίσως το πιο σύνθετο μέρος μιας εγκληματολογικής ανάλυσης.

Όταν μια καταγγελλόμενη πράξη βίας εκδηλώνεται στο πλαίσιο μιας διαλυμένης ή υπό διάλυση συντροφικής σχέσης, είναι απαραίτητο να εξετάζεται η δυναμική που προηγήθηκε του χωρισμού, αλλά και εκείνη που διαμορφώθηκε μετά από αυτόν.

Μία πιθανή ερμηνευτική κατεύθυνση είναι η επιδίωξη διατήρησης ή ανάκτησης ελέγχου.

Στη διεθνή βιβλιογραφία, ο όρος coercive control περιγράφει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συμπεριφορών που αποσκοπούν στον περιορισμό της αυτονομίας και στην άσκηση εξουσίας πάνω σε έναν σύντροφο.

Ο έλεγχος αυτός δεν εκδηλώνεται αποκλειστικά μέσω σωματικής βίας. Μπορεί να περιλαμβάνει ψυχολογική πίεση, απειλές, παρακολούθηση, απομόνωση, οικονομική εξάρτηση ή άλλες μορφές καταναγκασμού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έννοια της κακοποίησης μετά τον χωρισμό (post-separation abuse).

Ο χωρισμός δεν συνεπάγεται πάντοτε τον τερματισμό μιας κακοποιητικής δυναμικής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απώλεια πρόσβασης ή επιρροής στον πρώην σύντροφο μπορεί να συνοδεύεται από συνέχιση ή κλιμάκωση ελεγκτικών και επιθετικών συμπεριφορών.

Μια δεύτερη ερμηνευτική υπόθεση αφορά την εκδικητική επιθετικότητα.

Η εκδίκηση δεν εκδηλώνεται απαραίτητα ως άμεση, παρορμητική αντίδραση. Μπορεί να συνδέεται με παρατεταμένο αίσθημα αδικίας, ταπείνωσης, απόρριψης ή απώλειας και να εκδηλώνεται μέσω συμπεριφορών που έχουν προηγουμένως οργανωθεί.

Μια τρίτη πιθανότητα αφορά την επιδίωξη αποδυνάμωσης του θύματος.

Η σκόπιμη πρόκληση σωματικών συμπτωμάτων θα μπορούσε, σε ορισμένα εγκληματικά πλαίσια, να χρησιμοποιείται ως μέσο περιορισμού της λειτουργικότητας, της ανεξαρτησίας ή της δυνατότητας αντίδρασης ενός προσώπου.

Οι παραπάνω προσεγγίσεις αποτελούν θεωρητικά ερμηνευτικά σχήματα. Δεν συνιστούν διαπιστωμένα κίνητρα της συγκεκριμένης κατηγορούμενης.

Για την ασφαλή αξιολόγησή τους απαιτούνται στοιχεία σχετικά με την προηγούμενη σχέση, τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων, ενδεχόμενες απειλές, επικοινωνίες, οικονομικές ή οικογενειακές αντιδικίες και, κυρίως, την πραγματική αλληλουχία των γεγονότων.

Μπορούμε να μιλήσουμε για συγκεκριμένη τυπολογία δράστη;

Η ανάγκη του κοινού να κατανοήσει μια σοβαρή εγκληματική πράξη οδηγεί συχνά στην αναζήτηση ενός συγκεκριμένου ψυχολογικού χαρακτηρισμού.

Είναι ο φερόμενος δράστης χειριστικός; Εκδικητικός; Ναρκισσιστής; Ψυχοπαθής;

Από επιστημονική άποψη, τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί δεν μπορούν να αποδοθούν με ασφάλεια βάσει δημοσιογραφικών πληροφοριών.

Η ψυχοπάθεια, για παράδειγμα, δεν ταυτίζεται με την προσχεδιασμένη βία, ενώ η ύπαρξη χειριστικών συμπεριφορών δεν αρκεί για τη διάγνωση διαταραχής προσωπικότητας.

Δεν υφίσταται μία ενιαία, επιστημονικά αναγνωρισμένη τυπολογία δραστών που χρησιμοποιούν τη δηλητηρίαση ως μέσο άσκησης βίας. Η εγκληματολογική αξιολόγηση οφείλει να επικεντρώνεται στον τρόπο δράσης, στον βαθμό προσχεδιασμού, στα πιθανά κίνητρα και στη δυναμική της σχέσης μεταξύ δράστη και θύματος, χωρίς να προβαίνει σε γενικεύσεις με βάση το φύλο.

Η ορθή εγκληματολογική προσέγγιση δεν ξεκινά από την απόδοση μιας διαγνωστικής ετικέτας, αλλά από την εξέταση της συμπεριφοράς.

Συγκεκριμένα, εξετάζονται ο βαθμός σχεδιασμού, η ενδεχόμενη επαναληπτικότητα, η επιλογή της μεθόδου, η σχέση δράστη και θύματος, οι περιστάσεις τέλεσης και η πιθανή επιδίωξη συγκεκριμένου αποτελέσματος.

Εάν επιβεβαιωθεί η σκόπιμη και οργανωμένη χορήγηση ουσίας, η καταγγελλόμενη συμπεριφορά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συγκαλυμμένη, στοχοκατευθυνόμενη επιθετικότητα με ενδεχόμενα εργαλειακά χαρακτηριστικά.

Αυτό αποτελεί συμπεριφορική περιγραφή και όχι διάγνωση προσωπικότητας.

Μπορεί η πρόκληση ασθένειας να συνδέεται με το σύνδρομο Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου;

Μια έννοια που ενδέχεται να εμφανιστεί στον δημόσιο διάλογο είναι το λεγόμενο σύνδρομο Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου, το οποίο στη σύγχρονη διαγνωστική ορολογία συνδέεται με τη διαταραχή προσποίησης που επιβάλλεται σε άλλον (Factitious Disorder Imposed on Another).

Η συγκεκριμένη διαταραχή αφορά την παραπλανητική παρουσίαση ενός άλλου προσώπου ως ασθενούς, τραυματισμένου ή λειτουργικά διαταραγμένου, χωρίς προφανές εξωτερικό όφελος.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέεται με κάθε περίπτωση σκόπιμης πρόκλησης ασθένειας.

Η χορήγηση μιας επιβλαβούς ουσίας μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς, όπως την πρόκληση βλάβης, την εκδίκηση ή άλλες επιδιώξεις, χωρίς να πληρούνται τα κριτήρια της συγκεκριμένης διαταραχής.

Επομένως, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία της υπόθεσης, δεν υφίσταται επιστημονική βάση για την απόδοση μιας τέτοιας διάγνωσης.

Η κοινωνική εικόνα του φερόμενου δράστη και ο μύθος της «διπλής προσωπικότητας»

Σε υποθέσεις σοβαρής διαπροσωπικής βίας, το περιβάλλον ενός κατηγορουμένου συχνά εκφράζει έκπληξη.

Η εικόνα ενός κοινωνικά λειτουργικού, μορφωμένου ή επαγγελματικά επιτυχημένου ανθρώπου μπορεί να φαίνεται ασύμβατη με μια καταγγελία σοβαρής εγκληματικής συμπεριφοράς.

Ωστόσο, η εγκληματολογία δεν αντιμετωπίζει την κοινωνική λειτουργικότητα ως απόδειξη απουσίας επιθετικότητας.

Η δυνατότητα ενός ατόμου να διατηρεί επαγγελματικές, οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις δεν αποκλείει τη διάπραξη βίαιων πράξεων. Αντίστοιχα, βεβαίως, η κοινωνική του εικόνα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ένδειξη ενοχής.

Εδώ είναι σημαντικό να αποφεύγεται και η δημοσιογραφική χρήση του όρου «διπλή προσωπικότητα».

Ο όρος αυτός δεν αποτελεί κατάλληλη επιστημονική εξήγηση για τη διαφορά μεταξύ δημόσιας εικόνας και ιδιωτικής συμπεριφοράς, ούτε συνδέεται αυτομάτως με κάποια συγκεκριμένη ψυχιατρική διαταραχή.

Το ιδιαίτερο ζήτημα της ανδρικής θυματοποίησης

Μία ακόμη διάσταση που αξίζει να αναδειχθεί είναι ότι ο καταγγέλλων στην υπόθεση είναι άνδρας.

Η ενδοσυντροφική βία δεν περιορίζεται σε ένα φύλο, παρότι οι μορφές, η συχνότητα και η σοβαρότητά της παρουσιάζουν σημαντικές έμφυλες διαφοροποιήσεις.

Η διεθνής βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι και οι άνδρες μπορούν να βιώσουν σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική ή καταναγκαστική βία μέσα σε μια συντροφική σχέση.

Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας δεν υποβαθμίζει τη βία κατά των γυναικών. Αντιθέτως, ενισχύει την ανάγκη μιας επιστημονικά συνεπούς και συμπεριληπτικής προσέγγισης της θυματοποίησης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ενδεχόμενο καθυστερημένης αναγνώρισης της κακοποίησης.

Οι κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από την ανδρική ανθεκτικότητα, τη σωματική ισχύ ή την αναμενόμενη συμπεριφορά ενός άνδρα μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δυσχεραίνουν την αναζήτηση βοήθειας και τη γνωστοποίηση περιστατικών βίας.

Η αξιολόγηση μιας καταγγελίας οφείλει να στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά και στα αποδεικτικά στοιχεία, όχι σε στερεότυπα σχετικά με το ποιος μπορεί να είναι δράστης ή θύμα.

Η επικινδυνότητα και η σημασία της επαναληπτικότητας

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά την πιθανή επανάληψη της καταγγελλόμενης συμπεριφοράς.

Εάν αποδειχθεί ότι η έκθεση σε επιβλαβή ουσία πραγματοποιήθηκε περισσότερες από μία φορές, τότε η εγκληματολογική αξιολόγηση θα πρέπει να εξετάσει τη χρονική διάρκεια, την πιθανή κλιμάκωση και τις συνθήκες που επέτρεψαν τη συνέχισή της.

Η επαναληπτικότητα μπορεί να αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση ενός μοτίβου επιθετικότητας, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για την πρόβλεψη μελλοντικής βίας.

Η επιστημονική εκτίμηση επικινδυνότητας απαιτεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση, η οποία περιλαμβάνει το ιστορικό συμπεριφοράς, την πρόσβαση στο πιθανό θύμα, τις προηγούμενες απειλές, τη δυναμική της σχέσης, τις προστατευτικές συνθήκες και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η διερεύνηση της ουσίας, της ενδεχόμενης επαναλαμβανόμενης χορήγησής της και του πραγματικού σκοπού της φερόμενης πράξης είναι καθοριστικής σημασίας.

Δεν είναι επιστημονικά ορθό να αποδοθεί συγκεκριμένο ποσοστό επικινδυνότητας ή πιθανότητας υποτροπής αποκλειστικά από τα δημοσιοποιημένα δεδομένα.

Το ουσιαστικό εγκληματολογικό ερώτημα

Η υπόθεση του Περιστερίου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μια ασυνήθιστη ποινική υπόθεση ή ως αφορμή για εύκολους ψυχολογικούς χαρακτηρισμούς.

Το σημαντικότερο ερώτημα είναι πώς μια ενδεχόμενη εγκληματική συμπεριφορά μπορεί να αναπτύσσεται μέσα σε ένα περιβάλλον προηγούμενης οικειότητας και εμπιστοσύνης, αξιοποιώντας την καθημερινότητα του άλλου προσώπου.

Εάν επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες, θα πρόκειται για μια περίπτωση στην οποία η βία δεν εκδηλώνεται μέσα από τη συνηθισμένη εικόνα της ανοιχτής σύγκρουσης, αλλά μέσω μιας πιθανώς οργανωμένης και συγκαλυμμένης διαδικασίας πρόκλησης βλάβης.

Αυτό ακριβώς αποτελεί και το ιδιαίτερο εγκληματολογικό ενδιαφέρον της υπόθεσης.

Η βία δεν είναι πάντοτε θορυβώδης, εμφανής ή άμεσα αναγνωρίσιμη. Μπορεί να εκδηλώνεται μέσα από συμπεριφορές που εξωτερικά μοιάζουν συνηθισμένες, αλλά αποκτούν εντελώς διαφορετική σημασία όταν εξεταστούν στο πλαίσιο ενός αποδεδειγμένου μοτίβου κακοποίησης.

Η επιστημονική ανάλυση οφείλει να αναζητά τους μηχανισμούς πίσω από τη συμπεριφορά, χωρίς να προδικάζει την ενοχή και χωρίς να συγχέει την εγκληματική πράξη με την ψυχική ασθένεια.

Διότι η κατανόηση της βίας δεν προϋποθέτει πάντοτε την αναζήτηση μιας ψυχιατρικής διαταραχής. Προϋποθέτει πρωτίστως την εξέταση της συμπεριφοράς, του πλαισίου, της πρόθεσης και των συνθηκών μέσα στις οποίες αυτή εκδηλώνεται.


Επιστημονική βιβλιογραφία

  1. Dodge, K. A., & Coie, J. D. (1987). Social-information-processing factors in reactive and proactive aggression in children’s peer groups. Journal of Personality and Social Psychology, 53(6), 1146–1158.
  2. Anderson, C. A., & Bushman, B. J. (2002). Human aggression. Annual Review of Psychology, 53, 27–51.
  3. Stark, E. (2007). Coercive Control: How Men Entrap Women in Personal Life. Oxford University Press.
  4. Dutton, M. A., & Goodman, L. A. (2005). Coercion in intimate partner violence: Toward a new conceptualization. Sex Roles, 52, 743–756.
  5. Campbell, J. C., Webster, D., & Glass, N. (2009). The Danger Assessment: Validation of a lethality risk assessment instrument for intimate partner femicide. Journal of Interpersonal Violence, 24(4), 653–674.
  6. American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR).

Taggs: